Γιατί άραγε, ενώ όλοι αναζητάμε τη σύνδεση σε μια σχέση, παγιδευόμαστε συχνά σε αρνητικούς φαύλους κύκλους που οδηγούν στην αποσύνδεση;
Δύο σύντροφοι που μπαίνουν σε μία σχέση είναι πολλές φορές δύο διαφορετικοί κόσμοι, με διαφορετικούς προγραμματισμούς, με διαφορετικές ανάγκες και με διαφορετικά εσωτερικά πιστεύω σχετικά με το τι είναι «σωστό» ή «λάθος».
Κάθε σχέση είναι μία διαρκής αλληλεπίδραση και μία συνεχής διαπραγμάτευση, ώστε να επιτευχθεί η καταλληλότερη ισορροπία για τα άτομα και για τη μεταξύ τους σύνδεση.
Όλοι έχουμε τα δικά μας «ανεπεξέργαστα» σημεία, αποτέλεσμα της ιδιοσυγκρασίας μας και των προτύπων από το περιβάλλον μας. Όλοι έχουμε τραυματικές εμπειρίες, ευάλωτα σημεία, παιδικές αποδυναμωτικές ερμηνείες ή μη υποστηρικτικά πρότυπα από το οικογενειακό μας περιβάλλον, την παιδεία μας και την προσωπική μας κουλτούρα.
Σε μια σχέση λοιπόν δεν υπάρχει περίπτωση να μην ακουμπήσει ο ένας τα ευαίσθητα σημεία του άλλου. Όχι απαραίτητα από πρόθεση. Ιδίως μάλιστα εάν εγώ δεν αισθάνομαι ασφαλής με τον εαυτό μου, είναι εύκολο να έρχεται ο άλλος/η άλλη και να μου τραυματίζει τα ευαίσθητα σημεία μου.
Έτσι, μία μικρή διαφωνία μπορεί να την κάνουμε τεράστια σύγκρουση, τις περισσότερες φορές δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με το αρχικό αίτιο.
Γιατί όταν μας αγγιχτεί ένα ευαίσθητο σημείο, γυρνάει κατευθείαν ο «συναισθηματικός χρόνος». Πάμε σε άλλο χρονικό πλαίσιο, εκεί όπου συνήθως υπάρχει πόνος και τότε η αντίδρασή μας είναι δυσανάλογη. Αυτά μας τα σημεία είναι η προσωπική μας ευαλωτότητα και είναι συνήθως σημεία που μας έχουν, με διάφορους τρόπους, πονέσει.
Αν καταφέρουμε να τα δούμε, να τα αποκαλύψουμε στα μάτια μας και να τα μοιραστούμε με το/τη σύντροφό μας, μπορούμε να τα μαλακώσουμε και στη συνέχεια να έρθουμε περισσότερο κοντά ο ένας στον άλλο και να βαθύνουμε έτσι το δεσμό της σχέσης μας.
Αν όμως δεν τα ακουμπήσουμε και δεν αναγνωρίσουμε την ύπαρξή τους, κλεινόμαστε ακόμα περισσότερο για να προστατευτούμε. Με τη δική μας συμπεριφορά τραυματίζουμε αντίστοιχα τα τρωτά σημεία του άλλου/της άλλης και λειτουργούμε τότε σαν δυο ανεξάρτητες μονάδες που ψάχνουν να βρουν το δίκιο τους, αναζητώντας έτσι τη δικαίωση και όχι τη σύνδεση.
Υπάρχει όμως δίκιο εδώ; Η διαδικασία αυτή βοηθάει τη σχέση και την ισχυροποίηση της σύνδεσης;
Τι πιστεύετε εσείς;
